Φώτο Μπόμπορης : Ο Κρανιώτης Εθνικός Ήρωας – του Βασίλη Κωνσταντή

ΥΜΝΟΣ ΣΤΟ ΦΩΤΟ ΜΠΟΜΠΟΡΗ

Από τα παιδικά μου χρόνια άκουγα να λένε : « Ο Φώτος δεν υπόγραψε για τα χωριά της Λάκκας», χωρίς να μπορώ να καταλάβω τι ακριβώς σήμαινε τούτο και ποιος ήταν ο Φώτος.

Με κίνητρο την ανησυχία μου, έψαχνα ανάμεσα στους υπέργηρους ξωμάχους του χωριού μου να λύσω το γρίφο που με βασάνιζε, αφού μέχρι τότε κάτι γραμμένο σχετικό δεν είχα βρει, παρά λόγια διάσπαρτα και ασύνδετα και από παράδοση δοσμένα, όπως : «..αα! μιλάνε για το Φώτο Μπόμπορη..» , ο ένας,  «…ήταν από το χωριό μας και έζησε στο Βαλαωρίτη..», ο άλλος, «..ήταν καπετάνιος, κλέφτης..», ο επόμενος,  «..ξεγέλασε τον Αλή Πασά και του πήρε λεφτά.. », «…ήταν παλικάρι …» και άλλα τέτοια.

Μέχρι που το 1975 ο αείμνηστος συνάδελφος και συνεργάτης μου στο γραφείο της τότε Νομαρχιακής Επιθεώρησης Α/θμιας Εκπάιδευσης Πρέβεζας,  Οδυσσέας Μπέτσος, ανήσυχος ερευνητής και ιστοριογράφος της περιοχής μας, μου έκανε την τιμή να μου χαρίσει ένα του βιβλίο, που δε χόρταινα να το διαβάζω.

Μιλούσε στην ψυχή μου, γιατί αναφέρονταν αποκλειστικά σε τόπους, πρόσωπα και γεγονότα της δικής μας περιοχής. Στη συνέχεια ακολούθησαν και άλλα βιβλία, στο ίδιο πνεύμα, καθώς και πρωτοσέλιδο αφιέρωμα του σε τοπική εφημερίδα της Πρέβεζας στο «Στρατηγό Φώτο Μπόμπορη από την Κρανιά ».

 Ο έρωτάς του με την τοπική ιστορία το πάθος του για έρευνα, συγκέντρωση και διακρίβωση γεγονότων, μας κατέλειπαν θησαυρούς. Τούτα που αναφέρω τα χρωστάω ως ιερό μνημόσυνο στη μνήμη του συγγραφέα Μπέτσου, ο οποίος ξεδίπλωσε με κάθε λεπτομέρεια πτυχές από τη ζωή του ήρωά μας Φώτου Μπόμπορη.

Εδώ δένουν Παράδοση και Ιστορία.  Λύνεται ο γρίφος μου.

Ο Φώτο Μπόμπορης ήταν αρχηγός αγωνιστών στο δάσος «Βαλαωρίτη» της Κρανιάς, που αποτελούσε φωλιά κλεφτών. Αναφέρονται οι φάρες Μπομποραίοι, Γριβαίοι, και άλλοι Βαλαωρίτες, που δραστηριοποιήθηκαν έντονα μεταξύ των ετών 1792 και 1803, που έπεσε και το Σούλι, αλλά και παλαιοτέρα,  ότε πολλοί εκ των αγωνιστών εκείνων κατέφυγαν στα Επτάνησα,  όπως και οι πρόγονοι του Εθνικού μας ποιητή Αριστοτέλη Βαλαωρίτη.

Ο Κ. Σάθας γράφει: « Η πολυπληθής φάρα του Χρήστου Βαλαώρα, που κατοικούσε στο Βαλαωρίτη της Κρανιάς, μετέσχε ενόπλως υπέρ των Ενετών στην  αποτυχούσα πολιορκία της Άρτας (1680). Έκτοτε διεσπάσθη σε δύο κύρια τμήματα, το μεν κατέφυγε στο Καρπενήσι όπου έχτισε χωριό με την ονομασία Βαλαώρα, το δε κατέφυγε στη Λευκάδα και το τρίτο μέρος της πατρυάς  παρέμεινε κρυπτόμενο στα Σουλιωτοβούνια ». Σχετικά ο Δεσπότης Άρτας  και  Πρέβεζας Σεραφείμ Βυζάντιος Ξενόπουλος το 1884 σε σύγγραμά του αναφέρεται σε περιουσιακά στοιχεία της ευγενούς οικογένειας των Βαλαωριτών από τη Λεύκαδα, στο Βαλαωρίτη της Κρανιάς.

Λέγεται πως ο Φώτος ήταν εύσωμος και επιβλητικός.  Η σωματική του διάπλαση, η ευρωστία του και το παράστημά του συμβάδιζαν με την ηρωισμό και την παλικαριά του.

Ο Αλή Πασάς, στη προσπάθειά του να επεκτείνει την επικυριαρχία του και να αγοράσει τη συμπάθεια των Λάκκα-Σουλιωτών, κάλεσε το Φώτο στο σεράι στα Γιάννενα, λέγοντάς του :

Ο Πασάς αρκέστηκε στην ειλικρίνειά του και αφού του φόρτωσε ένα μουλάρι χρυσά (ένα καλό μουλαροφόρι ζύγιζε 85 ως 100 οκάδες ή ως 128 κιλά σήμερα).

«Και άμα τελειώσουν αυτά έλα να πάρεις και άλλα..» ήταν η κουβέντα του Αλή. Του έδωσε κι έναν πάνοπλο τσοχαντάρη για σύνοδό του και ξεκίνησαν.

Το πρώτο χωριό ήταν οι Βαριάδες και απευθυνόμενος ο Φώτος στους Μουχταροδημογέροντες:  « Ο Πασάς σας δίνει τη φιλία του, σας δίνει χρήματα και προστασία, φτάνει να υπογράψετε ότι ο τόπος σας ανήκει στον Αλή ή στο γιο του το Βελή». Και ποιος  αλήθεια θα μπορούσε να αρνηθεί το χρήμα μέσα στη φτώχεια που έδερνε τον κόσμο εκείνη την εποχή, ή ποιος δε θα θελε τη φιλία και την προστασία του Αλή, τότε που και ο ίδιος ο Σουλτάνος τον έτρεμε!

Από την άλλη, πώς να πουλήσουν τον τόπο τους, αλλά πώς να αγνοήσουν και την παραγγελιά του Φώτου προς τους προεστούς των χωριών, που τους είχε όπως λέγεται μηνύσει με προπομπούς του  ότι : « όποιος πει ναι σε αυτά που του ζητάμε ή  βγάλει κουβέντα, του πήρα το κεφάλι την άλλη μέρα»..  και ο ένας μετά τον άλλον απαντούσε : «Δε πουλάμε τον τόπο μας για γρόσια».

Την ίδια απάντηση, μέσα πάντοτε από συγκρουσιακές καταστάσεις, έπαιρναν σ΄ όλα τα χωριά που πέρασαν και κατάκοποι το βράδυ έφτασαν στα Λέλοβα όπου κατέλυσαν σε σπίτι της οικογένειας Λογοθέτη. Εδώ πρέπει να πω ότι ο Φώτος είχε γυναίκα από το Λογοθετέϊκο.

Ο τσοχαντάρης, αγκαλιά με το πολύτιμο φορτίο κι από την ολοήμερη κόπωση, έπεσε σε βαθύ λήθαργο. Ο Φώτος απέσπασε τα χρήματα, χωρίς να γίνει αντιληπτός, πιστεύεται πως ήταν αποφασισμένος για όλα.

Αφού ασφάλισε το χρυσάφι εντοιχίζοντάς  το, μέσα στη νύχτα, σε ξηρολιθιά λογοθεταίϊκης ιδιοκτησίας, έστειλε άνθρωπο στο γιο του Νίκο στην Κρανιά με την εντολή να παραλάβει τα χρήματα και : «..Εμένα θα με ανταμώσετε στο Παλαιόκαστρο (Νικόπολη) ή στη Λευκάδα». Ο ίδιος δε την ίδια στιγμή έφυγε δια νυκτός στη Νικόπολη, όπου κατέφθασε και ο γιος του Νίκος, ως φύλακας ποιμνίου αγελάδων. 

Όταν ο Αλή Πασάς κατέλαβε την Πρέβεζα το 1798, ο Φώτος και ο γιος του κατέφυγαν στη Λευκάδα, όπου ο πατέρας κατετάγη εθελοντής στο στρατό της Ιονίου Πολιτείας και μάλιστα ως αξιωματικός, ο δε Νίκος επέστρεψε στο Βαλαωρίτη, κρυπτόμενος μαζί με τη μάνα του και τις πέντε αδελφές του τις οποίες και αποκατέστησε καλά.  Ο ίδιος έλαβε σύζυγό του την αδερφή τριών μοναχών ονόματι «Παπατζακαίων» από τα Λέλοβα.

Μεσολαβεί κάποιο κενό διάστημα οπότε ο Φώτος εμφανίζεται στη Ρούμελη με δικό του πολεμικό σώμα, σε κλεφτοπόλεμο εναντίον του Κιουταχή και του Ομέρ Βρυώνη, όπως κι ο Γώγο-Μπακόλας απ΄τα Τζουμέρκα κι ο Βαρνακιώτης απ΄το Βάλτο.

Κατά δε την πολιορκία κλήθηκε και εισήλθε ως υπερασπιστής του Μεσολογγίου από μέσα, το Δεκέμβριο του 1825 με τα 110 παλληκάρια του.

Ο δυτικός προμαχώνας του Μεσολογγίου, γράφεται ότι ονομάζεται και σήμερα ακόμη «προμαχώνας του Φώτο Μπόμπορη».

Η συντήρηση δικού του πολεμικού σώματος υπερεκατό μισθοσυντήρητων ανδρών και η καλή αποκατάσταση των πέντε θυγατέρων του σε καλές οικογένειες και του γιου του Νίκου επίσης,  νομίζουμε πως δίνουν απάντηση στο ερώτημα τι έγινα τα χρυσά του Πασά.

Στο Μεσολόγγι βρίσκεται και με την ιδιότητα του βουλευτή στο κόμμα του Μαυροκορδάτου, εκπροσωπώντας την Ήπειρο στην Εθνοσυνέλευση. Κατείχε δε και το βαθμό του Αντιστράτηγου, του ανώτερου στη στρατιωτική ιεραρχία. 

Στις 15 Ιανουαρίου 1822 μετέχει στην πρώτη Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου και συνυπογράφει μαζί με άλλους καπεταναίους και εξέχοντες πολιτικούς, υπό την προεδρεία του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, την Εθνική Διακήρυξη. Αντίγραφα αυτής έλαβε ο υποφαινόμενος από παλιά Αρχεία της Βουλής των Ελλήνων. Τοποθετημένα δε σε καλαίσθητα υαλόφρακτα πλαίσια, με μέριμνα της Αδελφότητας  Κρανιωτών Πρέβεζας, κοσμούν το Κοινοτικό Γραφείο Κρανιάς, το Μουσείο αυτής και τα Δημοτικά Σχολεία Κρανιάς και Τύριας.

Ο  ηρωικός θάνατος, που επήλθε στις 27 Φεβρουαρίου 1826 στο Ντολμά ότε επιχείρησε έξοδο εναντίον του Ιμπραήμ, ο οποίος με τα αβαθή πλοιάρια πλησίαζε επικίνδυνα από τη Λιμνοθάλασσα κανονιοβολώντας τη μαρτυρική πόλη, στέρησε από τις πολύτιμες υπηρεσίες του το ταλαίπωρο Μεσολόγγι και την πατρίδα ολόκληρη.

Ετάφη με τιμές Στρατηγού φονευθέντος εν πολέμω, στον κήπο των Ηρώων της Ιεράς Πόλεως για την οποία έδωσε τη ζωή του. Είναι το τρίο στη σειρά μνημείο, δεξιά στην κύρια είσοδο.

Αυτά  ως ιερό μνημόσυνο στον Ήρωά μας Φώτο Μπόμπορη, για τον οποίο οι απογόνοί του και το χωριό δικαιούνται να σεμνύνονται !

Βασίλειος Κωνσταντής

Δάσκαλος εν συντάξει

Τέως πρόεδρος Κρανιάς

επιμέλεια : Κώστας Παπαδιώτης 

 αεροφωτογραφία : Μάρκος Κατσάνος

Διαβάστε επίσης

Αφήστε το Σχόλιό σας